Δέσποινα Στυλιανοπούλου -κορονοϊός:«Είμαστε κλεισμένοι στα σπίτια μας όπως κάναμε στην κατοχή»


Για τον κινηματογράφο και το θέατρο υπήρξε πρωταγωνίστρια, αλλά και δευτεραγωνίστρια σε ρόλους κλειδιά για την υπόθεση έργων. Για τους φίλους της, ωστόσο, η Δέσποινα Στυλιανοπούλου ήταν πάντα μια μεγάλη και ζεστή ψυχή που πρόσφερε μόνο χαρά.

Ένα πλατύ χαμόγελο, ένα αθώο βλέμμα και μερικές ακαταλαβίστικες φράσεις που τις μπερδευε λειτούργησαν ως αφορμή για να γίνει μια εξαιρετική θεατρίνα που γνώρισε την ίδια απήχηση και στο σινεμά. «Αχ, αυτή η γυναίκα μου», «Κορόιδο γαμπρέ», «Ο εξυπνάκιας», «Δημήτρη μου, Δημήτρη μου», «Η αγάπη μας» είναι λίγες μόνο από τις ταινίες στις οποίες έπαιξε και έσπασαν ταμεία. Αλλωστε, η Αλίκη και ο Δημήτρης, εκτός από μόνιμη συνεργάτιδα τους τη θεωρούσαν και την καλύτερη φίλη τους.

Παιδί του πολέμου, η Δέσποινα Στυλιανοπούλου βρίσκεται αυτή την εποχή κλεισμένη στο δωμάτιό της λόγω της φονικής πανδημίας που σαρώνει τον πλανήτη και αναπολεί τις ωραίες στιγμές της καριέρας της. Με το μοναδικό χιούμορ που τη διακρίνει αφηγείται ιστορίες από τη ζωή της, καθώς ξετυλίγει στην «Espresso» το κουβάρι της προσωπικής της ιστορίας.

Κυρία Στυλιανοπούλου, πού γεννηθήκατε;
Εγώ, αγάπη μου, γεννήθηκα στη Μεσσήνη και είμαι παιδί της Κατοχής. Εζησα τα πάντα προπολεμικά και μεταπολεμικά. Οπως ήμασταν κλεισμένοι στα σπίτια μας τότε με τους Γερμανούς, τώρα είμαστε κλεισμένοι με τον κορονοϊό (γέλια).

Κατάγεστε από φτωχή οικογένεια;
Η οικογένειά μου είχε την οικονομική ευχέρεια και μπορούσαμε να ζούμε άνετα τη δύσκολη εποχή του πολέμου, γιατί ο πατέρας μου ήταν γυμνασιάρχης,η μητέρα μου ήταν κόρη δημάρχου κι έτσι δεν θα έλεγα ότι στερήθηκα πολλά πράγματα. Η φτώχεια για εμάς άρχισε με την εισβολή των Γερμανών. Τρομερή φτώχεια για όλους τους Έλληνες. Πέθαιναν στους δρόμους. Ωστόσο, η οικογένεια μου έμεινε -ας πούμε- αλώβητη από αυτό.

Τι θυμάστε από τα παιδικά χρόνια σας στη Μεσσήνη;
Θυμάμαι έντονα τον φούρνο της γειτονιάς μου. Εκεί, λοιπόν, ήταν ένας Ιταλός και μου φώναζε: «Barabina, bambina, come». Κάτω από την ποδιά του έκρυβε κάθε μέρα μισή κουραμάνα και μου την έδινε κουφά. Κι εγώ τρέχοντας την πήγαινα στο σπίτι για να φάμε. Μια μέρα, λοιπόν, μπήκαν μέσα στο χωριό οι Γερμανοί και άρπαξαν απο την οικογένειά μας την κατσίκα που είχαμε και πίναμε γάλα. Κλάματα εμείς, γιατί δεν είχαμε πλέον ούτε γάλα να πιούμε. Δύσκολες καταστάσεις…

Αριστούχος της σχολής Δημήτρη Povτήρη. Αρα πήρατε καλά εφόδια…
Δεν υπήρχε δεύτερος σκηνοθέτης για εμένα. Πήρα και υποτροφία από τη σχολή. Εφυγα για την Αμερική. Εκεί μόλις με… μυρίστηκαν τα λαγωνικά μου έκαναν χίλιες δυο προτάσεις για να μείνω στο Χόλιγουντ. Αλλά, βλέπεις, δεν ήξερα την αμερικανική γλώσσα. Αυτό με κατέστρεψε εμένα. Ομως, με κέρδισε η πατρίδα μου και χρωστάω μεγάλη ευγνωμοσύνη στους Ελληνες.

Παίξατε με όλα τα «ιερά τέρατα» του θεάτρου και του κινηματογράφου. Ποιος ήταν ο ηθοποιός που έμεινε χαραγμένος στην καρδιά σας;

Διαβάστε τη συνέχεια στην gallery που ακολουθεί:

Παίξατε πολύ και με τον Κώστα Χατζηχρήστο…
Πολύ. Με λάτρεψε και τον λάτρεψα και τον Κώστα. Τον πήρα και πήγαμε και στην Αμερική μαζί. Εκείνα δεις θρίαμβος! Έφτασαν στο σημείο να μας πηγαίνουν σηκωτούς στο θέατρο. Μιλάμε για τέτοια λατρεία…

Ποιος ήταν ο σημαντικότερος σταθμός στην καριέρα σας;
Δεν νομίζω να ήταν μόνο ένας. Απλά αυτός που με σημάδεψε ήταν η εκπομπή του ραδιοφώνου «Η Πυργοδέσποινα της κουζίνας» σε κείμενα του Μίμη Τραϊφόρου. Αυτή η εκπομπή κράτησε 15 ολόκληρα χρόνια. Τρομερή επιτυχία. Μάλιστα, στο τέλος της εκπομπής έλεγα «και το Δεσποινακι στα όνειρά σας». Είχε γίνει τότε σλόγκαν σε όλους τους δρόμους. Ομως, η πρώτη πρώτη ταινία που αναγνωρίστηκα ως Στυλιανοπούλου ήταν το «Αχ, αυτή η γυναίκα μου» με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, το 1967. Απο κει και μετά η φήμη μου φούντωσε και έγιναό,τι έγινα. Λεν μπορούσα τότε να κυκλοφορήσω στους δρόμους. «Γεια σου,Δεσποινάκι» μου φώναζε όλη η Αθήνα.

Σας… σημάδεψε ο μόλος της υπηρέτριας. Πώς έγινε αυτό;
Το έκανα τόσο πειστικά που κι εγώ απορώ ακόμα και σήμερα πώς ήμουν τόσο πειστική σε αυτόν τον ρόλο. Ωστόσο, από αυτόν τον ρόλο καθιερωθηκα.

Είστε η μοναδική ηθοποιός που μπόρεσε να γυρίσει σε μια χρονιά πάνω από 10 ταινίες…
Το 1967 χαρακτηρίστηκε «Ετος Δέσποινας Στυλιανοπούλου». Δεν προλάβαινα να απαντήσω στους παραγωγούς και ερχόταν η μία πρόταση μετά την άλλη, γι’ αυτό και γύρισα πάνω από 10 ταινίες. Έχω ξεπεράσει σε ταινίες τις 90.

Θα έλεγε κανείς ότι θυσιάσατε την προσωπική σας ζωή για την τέχνη. Ας πούμε, δεν αποκτήσατε παιδιά…
Είναι αλήθεια αυτό. Για 40 χρόνια δεν ήξερα τι θα πει καλοκαίρι, χειμώνας, διακοπές. Δούλευα στο θέατρο, στον κινηματογράφο και έκανα και ραδιόφωνο. Θα μπορούσα να είχα δει περισσότερο την προσωπική μου ζωή, όμως νόμιζα ότι ήμουν γεννημένη θεατρίνα. Μου άρεσε τόσο πολύ να κάνω τον κόσμο να γελάει και να με χειροκροτεί που πήγαινα σπίτι μετά την παράσταση και ονειρευόμουν ότι ήμουν ακόμα στη σκηνή. Τέτοια πώρωση!

Ζήσατε τη «χρυσή» εποχή του ελληνικού κινηματογράφου. Αποκτήσατε χρήματα;
Μπα. Ζούσα για το χειροκρότημα και για τη σκηνή.

Κάποτε μου είχατε πει ότι δεν φοβάστε τον θάνατο…
Οχι, αγάπη μου, δεν τον φοβάμαι. Είναι μια διαδικασία που θα έρθει για όλους μας. Ο,τι ζει, πεθαίνει. Απλά θέλω να αφήσω πίσω μου ένα καλό όνομα και ο κόσμος να χαίρεται όταν βλέπει τις ταινίες που παίζω.

Εσείς τις βλέπετε τις ταινίες σας;
Αμέ. Και γελάω με όσα κάνω. Θυμάμαι τους αγαπημένους μου συμπρωταγωνιστές, θυμάμαι τις ατάκες μας, τα παρασκήνια. Κακά τα ψέματα, η ζωή είναι γλυκιά, όπως και να τη ζήσεις.

Σας φοβίζει η κατάσταση της πανδημίας τον κορονοΐού;
Με φοβίζει, γιατί είναι κάτι το πρωτόγνωρο για όλους μας. Κάποτε υπήρχαν η πανούκλα, η φυματίωση και πολλές άλλες ασθένειες. Τώρα οι ασθένειες, όπως ακούμε, έχουν… εξελιχθεί και δεν ξέρεις πώς μεταδίδονται. Γι ’ αυτό χρειάζεται μεγάλη προσοχή.

Φέτος το Πάσχα ήταν διαφορετικό…
Δυστυχώς, για όλους τους χριστιανούς. Ομως νομίζω πως αυτή η πανδημία μας έδωσε ένα γερό μάθημα. Πρέπει να είμαστε ενωμένοι ως έθνος, να υπολογίζουμε ο ένας συμπολίτης τον άλλον και να θυμόμαστε τις αξίες που έχουμε ως ανθρώπινο είδος. Αν δείτε, αυτή η ασθένεια μας ξύπνησε ανθρώπινα ένστικτα που είχαμε ξεχάσει ότι τα έχουμε. Ας φύγει αυτό το κακό που μας βρήκε και θα κάνουμε πολλά Πάσχα με τον πατροπαράδοτο τρόπο.





Source link

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *